Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Φάβα

τους είχαμε στριμώξει άγρια. δεν το ξέρανε. απ' όλες τις πλευρές. όλες εκτός από μια. από εκεί που θα ερχόταν. είμασταν οπλισμένοι και κρυμμένοι καλά πίσω από τους θάμνους. πάνω από το δρόμο σε τρία σημεία. δεν ξέραμε ακόμη πως ήταν στην όψη και τι ρούχα θα φορούσαν. όπως και να ήταν, όποιος κι αν ερχόταν, θα ήταν ο εχθρός. και θα έπεφτε στην παγίδα. μετά άρχισε η βροχή. δεν κουνηθήκαμε καθόλου. ήξερα το μέρος καλά από παιδί. μια κλειστή στροφή. το χώμα γκρι και μαλακό. μια γέφυρα κάτω από το δρόμο πάνω ακριβώς από το λάκο. το λάκο τους. ήξερα το λάκο από παιδί. μας είχαν δώσει μια σακούλα μπλε σφιγμένη καλά. μας είπαν να την πετάξουμε εκεί. χωρίς να την ανοίξουμε. μόλις φτάσαμε την ανοίξαμε. είχε 4 κουτάβια. με κλειστά τα μάτια τους. κλαίγανε. κι εμείς. καθήσαμε μέχρι που νύχτωσε. αφήσαμε την σακούλα ανοιχτή να κυλήσει στην άκρη του δρόμου. ελπίζωντας να περάσει κάποιος.
γι αυτό ήξερα καλά το λάκο.
και τώρα, μετά από 33 χρόνια, περιμέναμε. παρά τη βροχή.
και τότε, χτύπησε το τηλέφωνο.
ήταν η Κ από το εθνικό.
"ενοχλώ;"
"όχι, όχι, δεν ενοχλείς"

της είπα ψέματα.
μ' ενόχλησε που δεν είδαμε την όψη των εχθρών μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου